διανομη

    διανομή
    δια-νομή
    ἥ
    1) раздел, раздача

(χρημάτων Arst.; ἐπαρχιῶν διανομαί Plut.; διανομαὴ ἄφιλοι Aesch. - v. l. διαρταμή и διατομή)

; распределение (sc. τῶν μαθημάτων Plat.)
    2) установление, порядок
    

(παλαιαὴ διανομαί Aesch.; δ. τῶν πραγμάτων Plut.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "διανομη" в других словарях:

  • διανομή — distribution fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανομή — Όρος που στην οικονομία περιγράφει το σύνολο των πράξεων οι οποίες είναι αναγκαίες για την προώθηση των καταναλωτικών αγαθών από τον παραγωγό στον καταναλωτή. Η διαδικασία για να φτάσουν τα αγαθά, τα προϊόντα και τα εμπορεύματα από τον τόπο… …   Dictionary of Greek

  • διανομή — η το μοίρασμα και η παράδοση αντικειμένων στους δικαιούχους: Η διανομή της περιουσίας του στους κληρονόμους ήταν απόλυτα δίκαιη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διανομῇ — διανομῆι , διανομεύς distributor masc dat sg (epic ionic) διανομή distribution fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανομή — [дьянэми] ουσ. В. раздача, распределение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διανομαῖς — διανομή distribution fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανομαί — διανομή distribution fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανομήν — διανομή distribution fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανομῶν — διανομή distribution fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • αναδιανομή — η 1. η εκ νέου διανομή, ανακατανομή 2. (Οικον.) (ή ανακατανομή τού εισοδήματος) η δικαιότερη διανομή τού εισοδήματος μεταξύ τών διαφόρων κοινωνικών ομάδων τού πληθυσμού με σκοπό τη μείωση τής απόστασης που χωρίζει τους πολύ πλούσιους από τους… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.